Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Οκτώβριος 2008

αντιγραφω απο το bbc

Beautiful vowels

Front cover of Eunoia (published by Canongate)

It took seven years to write Eunoia

Eunoia is the shortest word in English containing all five vowels – and it means «beautiful thinking». It is also the title of Canadian poet Christian Bok’s book of fiction in which each chapter uses only one vowel.

Mr Bok believes his book proves that each vowel has its own personality, and demonstrates the flexibility of the English language. Below are extracts from each chapter.

from CHAPTER A – FOR HANS ARP

Hassan Abd al-Hassad, an Agha Khan, basks at an ashram – a Taj Mahal that has grand parks and grass lawns, all as vast as parklands at Alhambra and Valhalla. Hassan can, at a handclap, call a vassal at hand and ask that all staff plan a bacchanal – a gala ball that has what pagan charm small galas lack. Hassan claps, and (tah-dah) an Arab lass at a swank spa can draw a man’s bath and wash a man’s back, as Arab lads fawn and hang, athwart an altar, amaranth garlands as fragrant as attar – a balm that calms all angst. A dwarf can flap a palm branch that fans a fat maharajah. A naphtha lamp can cast a calm warmth.

 

from CHAPTER E – FOR RENE CREVEL

Westerners revere the Greek legends. Versemen retell the represented events, the resplendent scenes, where, hellbent, the Greek freemen seek revenge whenever Helen, the new-wed empress, weeps. Restless, she deserts her fleece bed where, detested, her wedded regent sleeps. When she remembers Greece, her seceded demesne, she feels wretched, left here, bereft, her needs never met. She needs rest; nevertheless, her demented fevers render her sleepless (her sleeplessness enfeebles her). She needs help; nevertheless her stressed nerves render her cheerless (her cheerlessness enfetters her).

 

from CHAPTER I – FOR DICK HIGGINS

Hiking in British districts, I picnic in virgin firths, grinning in mirth with misfit whims, smiling if I find birch twigs, smirking if I find mint sprigs.

Midspring brings with it singing birds, six kinds, (finch, siskin, ibis, tit, pipit, swift), whistling shrill chirps, trilling chirr chirr in high pitch. Kingbirds flit in gliding flight, skimming limpid springs, dipping wingtips in rills which brim with living things: krill, shrimp, brill – fish with gilt fins, which swim in flitting zigs. Might Virgil find bliss implicit in this primitivism? Might I mimic him in print if I find his writings inspiring?

 

from CHAPTER O – FOR YOKO ONO

Loops on bold fonts now form lots of words for books. Books form cocoons of comfort – tombs to hold bookworms. Profs from Oxford show frosh who do post-docs how to gloss works of Wordsworth. Dons who work for proctors or provosts do not fob off school to work on crosswords, nor do dons go off to dorm rooms to loll on cots. Dons go crosstown to look for bookshops known to stock lots of top-notch goods: cookbooks, workbooks – room on room of how-to-books for jocks (how to jog, how to box), books on pro sports: golf or polo. Old colophons on schoolbooks from schoolrooms sport two sorts of logo: oblong whorls, rococo scrolls – both on worn morocco.

 

from CHAPTER U – FOR ZHU YU

Gulls churr: ululu, ululu. Ducks cluck. Bulls plus bucks run thru buckbrush; thus dun burrs clutch fur tufts. Ursus cubs plus Lupus pups hunt skunks. Curs skulk (such mutts lurk: ruff, ruff). Gnus munch kudzu. Lush shrubs bud; thus church nuns pluck uncut mums. Bugs hum: buzz, buzz. Dull susurrus gusts murmur hushful, humdrum murmurs: hush, hush. Dusk suns blush. Surf lulls us. Such scuds hurl up cumulus suds (Sturm und Druck) – furls unfurl: rush, rush; curls uncurl: gush, gush. Such tumult upturns unsunk hulls; thus gulfs crush us, gulp, dunk us – burst lungs succumb.

στην παρακατω διευθυνση θα βρειτε εκτος απο τα παραπανω και αποπειρες αλλον ανθρωπων να γραψουν με ενα φωνηεν.

http://news.bbc.co.uk/today/hi/today/newsid_7697000/7697762.stm

 

οποιος εχει ιδεα να τη ριξει παραυτα.

Advertisements

Read Full Post »

ματια στο παρελθον

Παραθετω παρακατω ενα ονειρο που εδωσα στο πρωτο ψηφιακο βιβλιο του artbomber και ηθελα να το φερω και στο σπιτι. σκεφτομαι το παρελθον οχι με νοσταλγια αλλα σαν κολλα που ενωνει το παρον με το μελλον. μαρεσει να γυρναω πισω για να παιρνω φορα να πηδαω μπροστα. hey hop!      

  Στο δρόμο για το σκοτεινό ξενοδοχείο τα ερωτηματικά πλήθαιναν όλο και πιο πολύ όσο περνούσε η ώρα μέσα στο αμάξι και την κίνηση.

Τι πάμε να κάνουμε εκεί; Γιατί τόση μυστικοπάθεια;

‘Θα κοιμηθούμε εκεί σήμερα το βράδυ και το επόμενο πρωί θα λυθούν όλες σου οι απορίες’ της είπαν οι γονείς της.

Την μυστικοπάθεια που κυριαρχούσε στην οικογένεια της την ήξερε καλά. Μέσα της είχε μεγαλώσει. Τώρα όμως την έβλεπε να παίρνει σάρκα και οστά, να θεριεύει, να παίρνει το πάνω χέρι στην ζωή της. Δεν μπορούσε πια να την ελέγξει παρά μονό να παρασυρθεί απ’ αυτή.

Και είναι αλήθεια πως από τη μια της άρεσε αυτό που βίωνε, της άρεσε να παρασύρεται από τις εξελίξεις, της άρεσε να νιώθει σαν φύλλο παρασυρμένο από την ροή του ποταμού.  Αφέθηκε λοιπόν και έτσι φτάσανε κάποια στιγμή στο ξενοδοχείο, ένα σκοτεινό, λαβυρινθώδες κτίριο.

Ήταν ήδη αργά όταν έφτασαν και έτσι οδηγήθηκε κατευθείαν στο δωμάτιο της. Στον χάρτη του μυαλού της, της φάνηκε πως εκείνο βρισκόταν κάπου στην αριστερή πλευρά του κτιρίου, φυλαγμένο, κρυμμένο σε μια γωνιά. Αυτή η αίσθηση την γαλήνεψε. Της άρεσαν οι γωνιές, οι κρυψώνες. Ξάπλωσε στο μαλακό κρεβάτι με τις ζεστές κουβέρτες αλλά δεν την έπαιρνε ο ύπνος.

Στο βάθος του διαδρόμου άκουσε τους γονείς της να συνομιλούν με έναν άντρα η φωνή του οποίου δεν της ήταν γνωστή. Άκουγε καθαρά τη συζήτηση τους και πραγματικά δεν μπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά της. Η μητέρα της έλεγε πως είχε γεννηθεί άντρας και πως έγινε γυναικά λίγο πριν γεννήσει την κόρη της.

Στην αρχή τρομοκρατήθηκε και μονό που άκουγε αυτά τα λόγια αλλά όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα συνειδητοποιούσε την πραγματική υπόσταση τους.

‘Δεν είναι δυνατόν να με γέννησε ένας άντρας που μετέπειτα έγινε γυναίκα. Όχι, όχι, αυτό είναι αδύνατο. Άρα, ή η μητέρα μου δεν υπήρχε ποτέ άντρας ή εγώ δεν είμαι γνήσιο παιδί τους’.

Και αυτή η τελευταία σκέψη την οδήγησε σε μια γνώριμη αίσθηση. Το είχε ξανανιώσει αυτό το συναίσθημα στο παρελθόν. Μάλιστα, κάποτε είχε ρωτήσει τη μητέρα της αν την είχαν υιοθετήσει. Εκείνη βεβαία την κοίταξε με απορία και το αρνήθηκε.

Σκέφτηκε ότι μερικές φορές απορούσε με τις ίδιες της τις απορίες.

Κι έπειτα έφερε στο νου της φωτογραφίες με τη μητέρα της που είχε δει στο παλιό οικογενειακό άλμπουμ. Η μητέρα της, κοριτσάκι, σκαρφαλωμένη σε μια καρέκλα να κοιτάζει το φακό με θυμωμένο ύφος. Είχε την εντύπωση ότι σε αυτή την φωτογραφία έμοιαζαν. Θυμάται κι άλλες φωτογραφίες με τη μητέρα της κοπέλα πια, ντυμένη με την παραδοσιακή στολή του τόπου της, και μια άλλη σε ένα ταξίδι στο εξωτερικό.

Αυτά ήταν δυνατά πειστήρια: δεν μπορούσε να ήταν άντρας. Μα τότε, γιατί έτσι έλεγε εκείνο το βραδύ στον άγνωστο άντρα με την συγκατάθεση του άντρα της; Σαν να ήταν συνεννοημένοι. Μα γιατί; Ποιο το όφελος;

Τουλάχιστον, όσο περνούσε η ώρα καθησυχαζόταν ότι πρόκειται για ένα ψέμα του οποίου δεν μπορούσε να βρει το λόγω ύπαρξης.

Ίσως το πρωί, το μυστήριο να ξεδιαλυνόταν. Άλλωστε γι’ αυτό την είχαν επιβεβαιώσει οι γονείς της.          

Ήταν συνάμα προβληματισμένη και εξιταρισμένη και ένα αίσθημα αστυνομικού δαιμόνιου την κατέκλυσε.

Γύρισε πλευρό και κοιμήθηκε με όλ’ αυτά τα ερωτηματικά και τις αισθήσεις να στριφογυρίζουν στο κεφάλι της.

Το επόμενο πρωί ξύπνησε από ένα ελαφρύ χτύπημα στην πόρτα. Ανοίγοντας αντίκρισε έναν λεπτόσωμο και ψηλό άντρα να την καλεί για πρωινό στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου. Ετοιμάστηκε γρήγορα γρήγορα και κατευθύνθηκε προς τα εκεί που έλπιζε ότι θα συναντήσει τους γονείς της και θα πάρει τις απαντήσεις που της είχαν υποσχεθεί.

Όντως ήταν ήδη καθισμένοι σε ένα τραπέζι γεμάτο με ένα πλούσιο πρωινό.  Τους πλησίασε με λαχτάρα και ανυπομονησία.

‘καλημέρα. Σήμερα είναι η μέρα των αποκαλύψεων’

‘καλημέρα κόρη μας. Έτσι είναι όπως τα λες. Μόνο μην βιάζεσαι και σου υποσχόμαστε πως δεν θα το μετανιώσεις. Θα φάμε ήρεμα κι ωραία το πρωινό μας για να αποχτήσουμε τις δυνάμεις που χρειάζονται για να αρχίσει το ταξίδι’

‘έχω την εντύπωση πως όσο μου μιλάτε τόσο μπερδεύομαι’

‘σε καταλαβαίνουμε. Γι αυτό κάτσε και απόλαυσε το όσο μπορείς. Θα δεις, θα σου αρέσουν όσα ζήσεις σήμερα’

Αυτά είπαν και το πρωινό συνεχίστηκε μιλώντας περί ανέμων και υδάτων, τρώγοντας και πίνοντας.

Όταν τελείωσαν, της είπαν να τους ακολουθήσει σε ένα μακρύ διάδρομο στο βάθος του οποίου διέκρινε μια ξύλινη πόρτα. Όταν την άνοιξαν αντίκρισε ένα δωμάτιο με κόκκινες κουρτίνες και ένα πάτωμα με άσπρα και μαύρα πλακάκια τοποθετημένα για να δίνουν την αίσθηση μιας τεράστιας σκακιέρας. Στη μέση του δωματίου βρισκόταν ένας κόκκινος καναπές και πάνω του καθόταν ένας μικροσκοπικός άντρας ντυμένος κι αυτός στα κόκκινα.

Δεν πίστευε στα μάτια της. Νόμιζε ότι βρίσκεται σε ένα γνώριμο όνειρο. Κάπου είχε ξαναδεί τον χώρο αυτό. ο νάνος σηκώθηκε και τους χαιρέτισε εγκάρδια.

‘σε καλωσορίζω στο βασίλειο μου. Οι γονείς σου πάει καιρός που είναι τακτικοί επισκέπτες του και ήρθε η ώρα να το γνωρίσεις κι εσύ. Θυμάσαι παλιά που σου άρεσε να μπαίνεις στο μικρό σκοτεινό δωμάτιο με την καμάρα που έκλεινε με την βαριά μπορντό κουρτίνα από το υπόλοιπο σαλόνι; Άνοιγες τα κουτιά που βρισκόντουσαν πάνω στα ράφια, παραμέριζες τα πράγματα που βρισκόντουσαν στο πάτωμα για να ανακαλύψεις τι βρίσκεται από πίσω τους, άνοιγες σακούλες. Το αντικείμενο που σε είχε ενθουσιάσει και το θυμάσαι μέχρι τώρα είναι το ζευγάρι παπούτσια χορού της μητέρας σου. Είχες κι εσύ παπούτσια χορού μόνο που τα δικά σου ήταν ροζ και μικρά ενώ εκείνα μαύρα και αρκετά νούμερα μεγαλύτερα. Ο χώρος αυτός είναι σαν εκείνο εκεί το δωμάτιο των παιδικών σου χρόνων μόνο που εδώ μέσα τις εικόνες και τα ερεθίσματα τα δημιουργείς μόνη σου και καλείς όποιον θέλεις να δημιουργήσετε μαζί ή να του διηγηθείς τις ιστορίες σου. Σε αυτό το δωμάτιο θα μπαίνεις όταν θα θέλεις να δημιουργήσεις παράλληλα σύμπαντα, να μετατρέψεις τις επιθυμίες σου σε ιστορίες, να δοκιμάσεις τις αισθήσεις σου, να ανατρέψεις τα δεδομένα της μέχρι τώρα ζωής σου, να πειραματιστείς, να γελάσεις, να κλάψεις, να φοβηθείς, να φανταστείς πως πετάς και τα το νιώσεις τόσο έντονα σαν να είναι αλήθεια όπως τότε που είδες στο όνειρο σου πως σου προσέφεραν μια γλάστρα και ξύπνησες με τα χέρια ανοιχτά προσπαθώντας να την πιάσεις. Και τι απογοήτευση είχες νιώσει όταν κατάλαβες πως δεν θα γινόταν δική σου. Τόσο ζωντανά θα νιώθεις όσα δημιουργείς εδώ μέσα και θα είναι στο χέρι σου να καθοδηγείς την ιστορία σου ώστε στο τέλος να μην νιώθεις απογοήτευση αν δεν το επιθυμείς.      

…και τότε κατάλαβε τι ήταν αυτά που έλεγε η μητέρα της το προηγούμενο βράδυ στον άγνωστο κύριο, ήταν το δικό της παιχνίδισμα με την ιστορία της. 

 

Read Full Post »

τον ναπολεων και την περιφημη ποζα του και ποιος δεν τους ξερει. να ομως που υπαρχει ακομα ενας κυριος λιγοτερο γνωστος που αρεσκεται να ποζαρει με το ενα χερι να μας αφηνει με την απορια για το τι ψαχνει. ειναι ο περουβιανος πολιτικος νικολας ντε πιερολα με το κωδικο ονομα ‘ο χαλιφης’. ερευναται τυχον σχεση του με τον ιζνογκουντ.

Read Full Post »

Read Full Post »

ρωτουσες με μανια

ισως γιατι σε σημαδεψε μια τετοια εμπειρια

ηδη απο την πιο τρυφερη σου ηλικια

και ετσι ταξιδεψες με την πιο μεγαλη λαχταρα να γευτεις την ζωη

και παραλληλα να απαλαχτεις απο τον πονο της

σιγουρα η συμπεριφορα των συνανθρωπων σου σε πληγωσε

ετσι ομως δεν γινεται παντα;

σε ακουω εδω και μερες να μιλας

εχεις βαθια και σταθερη φωνη

επιβαλεσαι με τον μεθυστικοτερο τροπο

θελω να σου μοιαξω

και παλι οχι

θελω να σε ξεπερασω

θα το αντεξω

Read Full Post »

το πρωινο ηταν ηλιολουστο στο campus με το χορταρι και τα δεντρα. και αυτη η βολτα στην απλα ακρως αναζωγονητικη αλλα…

μα τι γινεται εκει περα; ωωω θεε μου καποιοι βαζουν φωτια στο γρασιδι και στα δεντρα με φλογοβολα. δεν ειναι δυνατον. τα σκαλια ειναι γεματα απο αστυνομικους και ολοι κοιταζουν το συμβαν με αδιαφορια. παω στοιχημα οτι εχουν εντολη να αφησουν τα οργισμενα νιατα να ξεσπασουν με αυτον τον τροπο για να μην ζητανε μετα αλλα κι αλλα. 

πιανω κουβεντα με εναν αστυνομο με πολιτικα ο οποιος επιβεβαιωνει την υποψια μου. ημουν στεναχωρημενη και εκνευρισμενη γιατι το καινουργιο κτιριο του πανεπιστημιου ειχε βανδαλιστει με μανια. 

μια παρεα 5-6 νεαρων παρακατω παιζαν ενα μακαβριο παιχνιδι. ακουμπουσε ο ενας στο μετωπο του αλλου ενα μεταλλικο αντικειμενο με καρφια. το αντικειμενο αυτο μου θυμισε το δωρο του μαν ρει σε συνδυασμο με σιδηρογροθια. θα περιμενε κανεις μια τετοια δραστηριοτητα να ειναι πολυ αιματηρη κι ομως το μετωπο των νεαρων εβγαινε αλωβητο μετα απο καθε μοιραια επαφη. φανταστηκα οτι το ‘παιχνιδακι’ αυτο ηταν ετσι φτιαγμενο ωστε τα καρφια να υποχωρουν οταν ακουμπουν στο δερμα.

δεν προλαβα να τελειωσω τις σκεψεις μου και να που με πλησιαζουν για να δοκιμασουν την υποδοχη που θα επεφυλασα στο περιεργο αντικειμενο. η αντιδραση μου αποτελειτο απο αντισταση, κλωτσιες στον αερα και χερια παρατεταμενα μπροστα για να σπαρθει η αποσταση αναμεσα μας με εμποδια. για μια στιγμη οταν τους ειδα να απομακρυνονται σκεφτηκα οτι καταφερα να τους απογοητευσω αλλα αυτο δεν κρατησε για πολυ. επανηλθαν δριμυτεροι κρατωντας μαχαιρι, ευτυχως μεσα στη θηκη του. χαχα, δεν φοβηθηκα. οι λεπιδες ειναι αδυναμες πισω απο το πλαστικο.

γκρι κτιριο, 2ος οροφος, αιθουσα γυμναστικης. μαλακα στρωματακια, πολυς κοσμος. δεν ειμαι μονη μου. ειναι μαζι μου το αλλο μου μισο, το αλτερ ιγκο μου. και οταν ακουμε βηματα να πλησιαζουν φευγουμε μαζι πιασμενες χερι-χερι. περναμε απο στενους διαδρομους για να καταληξουμε στο δωματιο μου, στον 3ο οροφο του ιδιου κτιριου. εκεινοι απεξω. γλιτωσαμε στο παρα τσακ αλλα ειμαστε παγιδευμενες, σκεφτηκα, σιγουρα ειναι εξω απο το παραθυρο. κοιταξα και δεν ειδα κανεναν. αεραααα, πλεξαμε κοτσιδα ενα μπλε χοντρο κομματι υφασμα και γλυστρησαμε προς την ελευθερια με ενα αγωνιωδες διαλλειμα στο ισογειο για ανεφοδιασμο.

μας περιμενε ενα μακρυ ταξιδι.   

* απο ονειρο

Read Full Post »